Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικό της αστυνομίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα προσωπικό της αστυνομίας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

Τι πρέπει να αλλάξει στην αστυνομία

Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις στα ερωτήματα που μας έθεσε ο άδικος θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου. Ένα πιθανό μέτρο της δυσκολίας προκύπτει από το εξής «απλό» ερώτημα: ποια «αλήθεια» για τον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου θα μαθαίναμε χωρίς τα βίντεο που είδαν το φως της δημοσιότητας; Θα μαθαίναμε πρώτα ότι ο κοσμηματοπώλης αμύνθηκε κατά ενός ληστή βρισκόμενου υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και σε «κατάσταση αμόκ». Έπειτα, ότι ο επικίνδυνος ληστής ακινητοποιήθηκε και συνελήφθη με βάση «τεχνικά ορθές» ενέργειες των αστυνομικών που επενέβησαν στο περιστατικό.
Τα βίντεο έδειξαν κάτι πολύ διαφορετικό. Πρώτα, μια εικόνα αποδοχής της βαρβαρότητας και της βίας στην καθημερινή ζωή, η οποία αναδείχθηκε όχι μόνο από τα δολοφονικής έντασης χτυπήματα του μαγαζάτορα και του συνεργού του, αλλά και από τα σχόλια μιας μερίδας της κοινής γνώμης. «Εάν ήταν Αμερική», σχολίασε με παράπονο κάποιος στο YouTube, “από το πρώτο δευτερόλεπτο θα ήταν νεκρός, ο ...». Έπειτα, την εικόνα μιας αστυνομίας η οποία όχι μόνο με τις ενέργειές της αλλά και με τις εξηγήσεις που προσέφεραν για τις ενέργειες αυτές στελέχη της, και μάλιστα εκπρόσωποι των ενώσεων των αστυνομικών στα ΜΜΕ, ουσιαστικά επικυρώνει την κανονικότητα της βίας και της προκατάληψης στην καθημερινότητά μας «και σ’ όποιον αρέσει».
Η διαφορά μεταξύ της «αλήθειας» των «τεχνικά ορθών» ενεργειών της αστυνομίας και της εικόνας των πέντε οπλισμένων ένστολων πάνω από ένα τραυματισμένο, αναίσθητο κορμί, χωρίς καμία εμφανή μέριμνα για τη διασφάλιση των όρων μιας αξιόπιστης διερεύνησης και καταγραφής αποδείξεων και πειστηρίων, είναι σημαντική. Αποδίδει το μέγεθος του ελλείμματος καλής πίστης το οποίο χαρακτηρίζει τις σχέσεις της αστυνομίας με τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όλους όσους οι βάρβαρες αντιλήψεις που χρωματίζουν πια τον λόγο της καθημερινότητάς μας θεωρούν «μη αναγκαίους».
Συνεπώς, αντί να απορούν οι εκπρόσωποι των αστυνομικών για την αναπόφευκτη κριτική, θα πρέπει να αναλογιστούν πώς ακριβώς υπηρετούν την υπόθεση του επαγγελματισμού και της καλής αστυνομίας σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ασφαλώς, τα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης και οι καλύτερες συνθήκες εργασίας, εφόσον υπάρχουν, θα εξασφαλίζουν την τεχνική αρτιότητα των ενεργειών του προσωπικού της αστυνομίας. Θα έπρεπε όμως οι εκπρόσωποι να απαιτούν και ολοένα υψηλότερα επίπεδα διαφάνειας και ακεραιότητας στην Ελληνική Αστυνομία. Αν δεν εξασφαλίζονται αυτά, καμία «τεχνική ορθότητα» δεν θα την προστατεύσει από την κριτική.

*Δημοσιεύτηκε στην Αυγή, 29 Οκτωβρίου 2018

Πέμπτη 7 Απριλίου 2016

Συνδικαλισμός στην αστυνομία

Διάβασα το τελευταίο διάστημα το βιβλίο του Μανώλη Σταυρακάκη «Το χρονικό του συνδικαλισμού των αξιωματικών της Ελληνικής Αστυνομίας 1988–2015», το οποίο εκδόθηκε κατά το τέλος της προηγούμενης χρονιάς από την Πανελλήνια Ομοσπονδία Αξιωματικών Αστυνομίας (Αθήνα, 838 σελίδες, ISBN 9786188226005). Μου είναι δύσκολο να τονίσω αρκετά όχι μόνο το πόσο αξίζει, αλλά ιδίως το πόσο προσεκτικά αξίζει να διαβαστεί αυτή η εξαιρετική και ιδιαίτερης σημασίας δουλειά για την μελέτη της αστυνομίας στη χώρα μας. Ο συγγραφέας του βιβλίου και επιμελητής της έκδοσης Μανώλης Σταυρακάκης, έμπειρος δημοσιογράφος με αξιόλογη επαγγελματική πορεία, συνεργάζεται με τις ενώσεις των αστυνομικών και έχει συμβάλει σημαντικά στη δημιουργία των εντύπων τους.  Με το δεύτερο αυτό βιβλίο του σχετικά με την ιστορία του συνδικαλισμού στην αστυνομία, νομίζω πως η δουλειά του κατακτά πλέον και τη θέση ενός αναπόσπαστου σημείου αναφοράς για κάθε σοβαρή ανάλυση της αστυνομίας και της αστυνόμευσης στη χώρα μας, από τη σκοπιά της κοινωνιολογίας της αστυνομίας. Ο λόγος δεν βρίσκεται μόνο στο εκτενέστατο ιστορικό υλικό που παρουσιάζεται στο βιβλίο, αλλά και στο ότι ο τρόπος της παρουσίασής του βοηθά τον αναγνώστη να θέσει και να απαντήσει σε μεγάλο βαθμό μια σειρά καίριων ερωτημάτων για τα προβλήματα της αστυνομίας στην Ελλάδα. 

Το περιεχόμενο του βιβλίου αντιστοιχεί επακριβώς στον τίτλο του: πρόκειται για ένα χρονικό, δηλαδή για μια γραμμική παρουσίαση και σχολιασμό γεγονότων από τα αρχικά στάδια του σχηματισμού των ενώσεων στην αστυνομίας στα μέσα της δεκαετίας του 1980 έως και το φθινόπωρο του 2015. Περιλαμβάνει εκτενέστατο υλικό, το οποίο θα ήταν δύσκολο να συγκεντρωθεί αναδρομικά από τις επιμέρους πηγές, όπως ομιλίες σε συνέδρια, δημοσιεύματα στον τύπο και σε άλλα μέσα ενημέρωσης, ανακοινώσεις των ενώσεων, ανακοινώσεις του Υπουργείου Δημόσιας Τάξης και κυβερνητικών στελεχών. Η παρουσίαση των γεγονότων και θεμάτων γίνεται με χρονολογική σειρά, αλλά η επιλογή που έχει γίνει έχει οργανωθεί προσεκτικά από το πρώτο μέρος του βιβλίου, το οποίο ανατρέχει σε σχετικές εξελίξεις από την αρχή της μεταπολίτευσης. Έτσι η οργάνωση της παρουσίασης συνδέει την ευρύτερη πολιτική κατάσταση και τις εξελίξεις στο επίπεδο της πολιτικής και φυσικής ηγεσίας της αστυνομίας με τα γεγονότα και τις εξελίξεις στο εσωτερικό της αστυνομίας και των συνδικαλιστικών ενώσεων των αστυνομικών. Η σύνδεση αυτή, η οποία γίνεται από τον Σταυρακάκη με ακρίβεια, οξυδέρκεια και συνέπεια, είναι το δυνατότερο σημείο του βιβλίου, το οποίο έτσι από ιστορική πλευρά παρουσιάζεται πληρέστερο και αναλυτικότερο σε σχέση με άλλες δουλειές και αποτελεί αναπόσπαστο συμπλήρωμα των αναλύσεων που ήδη διαθέτουμε για την αστυνομία (οι οποίες βέβαια δεν είναι και πολλές…). 

Το βιβλίο αντιμετωπίζει την ιστορική εξέλιξη του αστυνομικού συνδικαλισμού από τη σκοπιά των αξιωματικών της αστυνομίας. Αυτός είναι ένας προφανής αλλά αναπόφευκτος περιορισμός, αφού η έκδοση έγινε με πρωτοβουλία της ΠΟΑΞΙΑ. Ο προσεκτικός αναγνώστης αναμφίβολα θα αναγνωρίσει την προστιθέμενη αναλυτική αξία αυτής της οπτικής. Έτσι κι αλλιώς, το βιβλίο ασφαλώς θα διαβαστεί από το ενδιαφερόμενο κοινό σε σύνδεση και συνέχεια με το πρώτο βιβλίο του Σταυρακάκη που είχε εκδοθεί από την ΠΟΑΣΥ στο τέλος της προηγούμενης δεκαετίας. Αυτό το τελευταίο μάλιστα θα είχε ιδιαίτερη αξία να επικαιροποιηθεί σε μια δεύτερη έκδοση, για να καλύψει από τη σκοπιά της ΠΟΑΣΥ την όξυνση των προβλημάτων και των εντάσεων κατά την περίοδο της τρέχουσας κρίσης. 



Σε ένα γενικότερο επίπεδο, το βιβλίο βοηθά να τεθούν ερωτήματα και να δοθούν απαντήσεις σε σχέση με στρατηγικά ζητήματα για την αστυνομία και την αστυνόμευση στη χώρα μας. Πρώτα πρώτα, καθιστά απολύτως σαφές ότι η άρθρωση της συνδικαλιστικής έκφρασης των αστυνομικών αποτελεί οργανικό αποτέλεσμα της συγκρότησης του αστυνομικού μηχανισμού στη χώρα μας, δηλαδή άμεση συνέπεια των ατόπων και των αδιεξόδων μιας ολόκληρης προηγούμενης ιστορικής διαδρομής της αστυνομίας. Αυτά αναπόφευκτα αναδείχθηκαν κατά τη μακρά πλέον περίοδο της ομαλής λειτουργίας της κοινοβουλευτικής δημοκρατίας  μεταπολιτευτικά. Υπό αυτές τις νέες συνθήκες, δεν υπάρχει τίποτα αφύσικο ή παράδοξο στην απαίτηση των αστυνομικών για ανθρώπινες και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας. Αυτή η απαίτηση είναι σε τελική ανάλυση η κινητήρια δύναμη του συνδικαλιστικού κινήματος στην αστυνομία. 

Τα σημερινά αδιέξοδα (τα οποία επιτείνει η κρίση) οφείλονται ακριβώς στο ότι πρώτα, σε πολιτικό επίπεδο, η αστυνομία συνέχισε να αντιμετωπίζεται ως φέουδο από τη δεξιά και ως εχθρός από την αριστερά. Αν και το βιβλίο προσφέρει στοιχεία για το ότι αυτή η αντιμετώπιση γνωρίζει και εξαιρέσεις, εν πολλοίς επιβεβαιώνει πως πολλές από τις αστοχίες της μεταπολιτευτικής πολιτικής για την αστυνομία και τις σπατάλες ιστορικών ευκαιριών για βαθιές και ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις μπορούν να ερμηνευτούν με βάση την ιστορική αδράνεια των πολιτικών δυνάμεων στη χώρα μας. Θα όφειλαν δηλαδή οι πολιτικές δυνάμεις να ασχοληθούν σοβαρότερα με τη διαμόρφωση ενός οράματος και ενός συγκεκριμένου μοντέλου για την αστυνομία κάτω από τις νέες συνθήκες δημοκρατικής σταθερότητας στη χώρα μας. Το ότι δεν το έκαναν είναι ο βασικός λόγος για τον οποίο η συγκρότηση του συνδικαλισμού στην αστυνομία σφραγίστηκε από παρατεταμένες και οξείες συγκρούσεις με τις εκάστοτε πολιτικές ηγεσίες. Έπειτα, η συνεχιζόμενη—και για τον προηγούμενο λόγο—κυριαρχία του γραφειοκρατισμού και της στρατοκρατικής νοοτροπίας στο εσωτερικό της αστυνομίας αναπόφευκτα στραγγαλίζει από τα μέσα τον κοινωνικό και επιλυτικό χαρακτήρα της αστυνομικής εργασίας σε μια δημοκρατική κοινωνία. Η εμμονή πολιτείας και ηγεσίας στη με κάθε κόστος συντήρηση αυτών των χαρακτηριστικών όχι μόνο θα βαθαίνει το χάσμα μεταξύ αστυνομίας και ευρύτερης κοινωνίας, αλλά τελικά θα προκαλεί εντάσεις και διχασμούς στο εσωτερικό της αστυνομίας, όπως άλλωστε ήδη συμβαίνει. 

Οι θέσεις και η κατεύθυνση της  δράσης των ενώσεων των αστυνομικών προσδιορίζουν επίσης με ικανοποιητική ακρίβεια και το βασικό περιεχόμενο της μεγαλύτερης στρατηγικής πρόκλησης για την αστυνομία στη χώρα μας. Η πρόκληση αυτή δεν είναι άλλη από τον εκδημοκρατισμό της αστυνομίας. Πολλοί προσπερνούν είτε με ελαφρότητα είτε με αγανάκτηση το αίτημα του εκδημοκρατισμού ή προσποιούνται ότι δεν αντιλαμβάνονται το νόημά του—«μα γιατί, δεν είναι δημοκρατική η αστυνομία; αμφισβητείτε το δημοκρατικό φρόνημα των αστυνομικών;». Η απάντηση είναι πως όχι, ούτε ο δημοκρατικός χαρακτήρας της αστυνομίας, ούτε το δημοκρατικό φρόνημα των αστυνομικών προάγεται εάν πρώτα απ’όλα δεν υπάρχουν ανθρώπινες και αξιοπρεπείς συνθήκες εργασίας  στην αστυνομία και εάν οι οι εργαζόμενοι στην αστυνομία στερούνται τις ευκαιρίες και τα μέσα να αναπτύσσουν τις επαγγελματικές ικανότητες και τη δημιουργικότητά τους με τρόπο που να ανταποκρίνεται στις ευρύτερες κοινωνικές απαιτήσεις, ανάγκες και συμφέροντα. 

Με όλα αυτά δεν εννοώ πως οι θέσεις των ενώσεων των αστυνομικών μπορούν να μεταφραστούν αυτόματα σε ένα μεταρρυθμιστικό όραμα και πρόγραμμα για την αστυνομία. Οι ενώσεις των αστυνομικών είναι, όπως κάθε άλλη συλλογική οργάνωση, πεδία πολιτικών αντιθέσεων και συγκρούσεων, ωστόσο διαμορφώνονται από τα ειδικά χαρακτηριστικά και τον εγγενή συντηρητισμό του περιβάλλοντος από το οποίο αναδύονται. Όμως η γνώμη μου είναι πως η ιστορία και οι θέσεις τους, ως προϊόν μιας συλλογικής κίνησης με ορίζοντα τα συμφέροντα των εργαζομένων στην αστυνομία, καθιστά αντικειμενικά την άμεση και χειροπιαστή ανταπόκριση στα αιτήματα αυτά αναπόσπαστη βάση οποιασδήποτε (προοδευτικής) μεταρρύθμισης στα αστυνομικά πράγματα. Για το λόγο αυτό η μελέτη αυτής της ιστορίας και των θέσεων είναι προαπαιτούμενο κάθε σοβαρού προβληματισμού για το μέλλον της αστυνομίας και της αστυνόμευσης στη χώρα μας.  

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

"Κάτι σαν το στρατό"

Πολύ συχνά σε δημόσιες, επίσημες και ανεπίσημες συζητήσεις ή δηλώσεις συναντά κανείς την επίκληση στη στρατιωτική φύση της οργάνωσης και της ιεραρχίας της αστυνομίας. Μάλιστα ανάλογα με την περίσταση και τη θέση του σχολιαστή, αυτή η επίκληση είναι είτε μέσο επίθεσης, για να δικαιολογηθούν κάποιες καταστάσεις και συμπεριφορές, είτε μέσο άμυνας, ως εξήγηση για την αδυναμία να αλλάξουν καταστάσεις και αντιλήψεις στην αστυνομία. Αυτή η προσέγγιση αναπόφευκτα χρωματίζει κάθε λόγο περί αστυνομίας, έστω και καλών προθέσεων, όπως για παράδειγμα η έκφραση την οποία συνάντησα πρόσφατα, πως ο αστυνομικός είναι «στρατιώτης του καθήκοντος». Αυτά είναι προφανώς μια πραγματικότητα στο εσωτερικό της αστυνομίας, η οποία επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο οι αστυνομικοί βιώνουν και αντιλαμβάνονται την υπηρεσιακή τους θέση και την κοινωνική τους αποστολή.

Η πραγματικότητα αυτή έχει όμως ρίζες και στον τρόπο με τον οποίο η υπόλοιπη κοινωνία, εμείς «οι απέξω» δηλαδή, αντιλαμβανόμαστε το ρόλο της αστυνομίας, ιδίως στον υποκριτικό πολλές φορές τρόπο, με τον οποίο αποφεύγουμε ή αρνούμαστε να ανοίξουμε μια συζήτηση, ως πολίτες, για τη θέση και την αποστολή της αστυνομίας. Υπάρχει ασφαλώς μια μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας, οι οποίοι, επιθυμώντας να «αισθάνονται ασφαλείς» είναι αυτοί που ενθουσιάζονται με την ιδέα της αστυνομίας ως πολεμικής μηχανής και είναι οι ίδιοι που, με τη γενναιόδωρη βοήθεια των ΜΜΕ, συνήθως αγανακτούν με τις «αποτυχίες» της αστυνομίας. Όσοι πάλι θέλουν να σκέφτονται για αυτά  τα θέματα, διαπιστώνουν αργά ή γρήγορα πως υπάρχουν οι παγιωμένες πολιτικές στάσεις που καταπνίγουν την όποια συζήτηση: μια δεξιά, η οποία θεωρεί την αστυνομία σύμμαχο ή και ιδιοκτησία της, ανάλογα με την περίσταση, και κατά κανόνα υπερθεματίζει στη συντήρηση της παραδοσιακής κατάστασης· και μια αριστερή, η οποία εκφράζει συγκεκριμένες ευαισθησίες και αναδεικνύει υπαρκτά προβλήματα στην οργάνωση και τη δράση της αστυνομίας, αλλά συμπεριφέρεται συνήθως αμήχανα όταν η συζήτηση έρχεται στο δια ταύτα της μεταρρύθμισης στην αστυνομία.

Έτσι, αυτό που κατ’ αποτέλεσμα επικυρώνουν και οι δύο στάσεις είναι η ιδέα πως η αστυνομία είναι «κάτι σαν το στρατό». Ένας υπουργός πρόσφατης συντηρητικής κυβέρνησης είχε ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίσει τους αστυνομικούς «πραιτωριανούς». Αλλά ακόμη και κατά τη συζήτηση του αρχικού νόμου για την Ελληνική Αστυνομία, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης μιλούσε για  αστυνομικές επιχειρήσεις παρόμοιες με εκείνες που διεξάγει ο στρατός εναντίον του εχθρού. Το κρυφτούλι των λέξεων που θέλει την αστυνομία να είναι και να μην είναι «κάτι σαν το στρατό», αποτυπώνεται ακόμη και στη νομοθεσία (η οποία προήλθε από προοδευτικές κυβερνήσεις)—η αστυνομία αποτελεί κατά το νόμο «ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας». Πέρα όμως από την κατάστρωση της «ιδιαίτερης» υπηρεσιακής κατάστασης των αστυνομικών, τι σημαίνει αυτό επί της ουσίας για την κοινωνική αποστολή της αστυνομίας;

Ιστορικά, η στρατιωτική συγκρότηση της αστυνομίας οφείλεται στην καταγωγή της από στρατιωτικά σώματα. Τέτοια ήταν στη χώρα μας η Χωροφυλακή, η οποία ήταν το κύριο και μεγαλύτερο αστυνομικό σώμα κατά το μεγαλύτερο διάστημα από τη σύσταση του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που διατηρούν τις χωροφυλακές τους (Gendarmeries), αλλά και στην Ελλάδα πολλές φορές είναι συνηθισμένη η επίκληση του στρατιωτικού παρελθόντος και των διαπιστευτηρίων των σωμάτων αυτών, γιατί η συμβολή τους στην εδαφική διαμόρφωση και την εμπέδωση της κυριαρχίας των κρατών αυτών θεωρείται πολύ σημαντική ιστορικά. Εντούτοις οι ανεπάρκειες του μοντέλου της χωροφυλακής ως σύγχρονης αστυνομίας έγιναν φανερές από πολύ νωρίς, στη χώρα μας από τη δεκαετία του 1910 ακόμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο αγγλικός τύπος της σύγχρονης επαγγελματικής αστυνομίας, που θεωρείται συνήθως σημείο αναφοράς διεθνώς, είχε προκύψει ακριβώς από την απόρριψη ενός μοντέλου χωροφυλακής (το οποίο όμως διατηρήθηκε στην Ιρλανδία, γιατί εκεί ήταν περισσότερο δύναμη κατοχής παρά αστυνομία).

Την αίγλη του στρατού όμως ζήλεψαν και οι αρχιτέκτονες της σύγχρονης αστυνομίας σε άλλες χώρες που δεν είχαν παράδοση χωροφυλακής. Έτσι στις ΗΠΑ, οι αστυνομικές ηγεσίες των αρχών του 20ου αιώνα ταύτισαν τον αστυνομικό επαγγελματισμό με τη στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία, γιατί αυτό θεώρησαν ότι έλυνε μια σειρά από σοβαρά προβλήματα σκοπού, οργάνωσης, λειτουργίας και ελέγχου της αστυνομίας που αντιμετώπιζαν τότε. Έτσι έγινε και για πρώτη φορά λόγος για τον «πόλεμο κατά του εγκλήματος». Αυτό το μοντέλο ακολουθήθηκε με θρησκευτική προσήλωση για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Η αναφορά αυτή έχει σημασία λόγω των εκτεταμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης και εξοπλισμού της αστυνομίας άλλων χωρών που διοργάνωσαν οι ΗΠΑ μεταπολεμικά, αλλά και της επιρροής που άσκησαν και ασκούν στη διαμόρφωση του διεθνούς πλαισίου σε σχέση με το περιεχόμενο της αντεγκληματικής πολιτικής (στη χώρα μας, ως συνήθως, δεν ξέρουμε και πάρα πολλά για την έκταση και το βάθος αυτής της επιρροής). Έτσι αυτό το μοντέλο διαδόθηκε διεθνώς, και βεβαίως έχει και όψεις, οι οποίες εξυπηρετούν άριστα τα οικονομικά συμφέροντα της αμερικανικής και πολυεθνικής βιομηχανίας στρατιωτικού—άρα και αστυνομικού—εξοπλισμού.



Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Ασφαλώς υπάρχει μια ισχυρότατη δύναμη αδράνειας, η οποία συντηρεί στρατιωτικού τύπου νοοτροπίες και πραγματικότητες στο εσωτερικό της αστυνομίας. Υπάρχουν ισχυρότατα συμφέροντα, οικονομικά και πολιτικά, διεθνή και εγχώρια, τα οποία εξυπηρετούνται μια χαρούλα από τη συντήρηση αυτών των νοοτροπιών και των πραγματικοτήτων στην αστυνομία. Υπάρχουν επίσης και ισχυρές αντικειμενικές πιέσεις που συντείνουν στη διατήρηση αυτής της κατάστασης—άραγε η όξυνση του θέματος των προσφυγικών ροών δεν αποτελεί μοχλό για μια οπισθοδρόμηση της αστυνομίας σε ρόλο χωροφυλακής (με την κυριολεκτική σημασία μιας στρατιωτικής δύναμης επιτήρησης και ελέγχου των ροών αυτών); Η σύμφυρση αστυνομίας και στρατού που βλέπουμε αυτές τις μέρες δεν είναι μια προσωρινή πρακτική απάντηση σε μια επείγουσα ανάγκη, αλλά μέρος αυτής της οπισθοδρόμησης. Είναι επίσης και τεράστιο εμπόδιο, όχι μόνο στο να σκεφτούμε στα σοβαρά πολιτικές λύσεις για τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά και στο να σκεφτούμε ουσιαστικά για την αποστολή και τις μεθόδους της αστυνομίας.

Η επίκληση της στρατιωτικής οργάνωσης και πειθαρχίας στην αστυνομία δεν πρέπει να γίνεται ελαφρά τη καρδία, από κανέναν, κι ούτε κανένας θα πρέπει να προσβλέπει και επενδύει σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Να το πω αλλιώς: αποτελεί πραγματικά η επίκληση των στρατιωτικών αρετών μέρος του αστυνομικού επαγγελματισμού; Με άλλα λόγια, είναι ή θα μπορούσε ποτέ να είναι η δουλειά του αστυνομικού ίδια με τη δουλειά του στρατιωτικού; Υπάρχει σήμερα κανένας αστυνομικός που όταν έκανε την επαγγελματική αυτή επιλογή διάλεξε μια σταδιοδρομία στο στρατό; Μήπως οι συνθήκες που αντιμετωπίζει καθημερινά ο μέσος αστυνομικός γίνονται χειρότερες με την επίκληση και την εφαρμογή του στρατιωτικού μοντέλου; Είναι άραγε η αίσθηση του καθήκοντος που επιδεικνύει ο μέσος αστυνομικός καθημερινά προϊόν της στρατιωτικής φύσης και πειθαρχίας του οργανισμού; Ή μήπως βασίζεται σε άλλες ποιότητες και προκλήσεις της αστυνομικής εργασίας, αυτές δηλαδή τις οποίες πρέπει να καταλάβουμε και στις οποίες πρέπει να επενδύσουμε, αν θέλουμε μια καλύτερη αστυνομία;

http://zitimataxis.blogspot.co.uk

Πέμπτη 18 Φεβρουαρίου 2016

Γυναίκες στην αστυνομία

Εν μέσω του πυρετού των κρίσεων στην Ελληνική Αστυνομία, στην κορυφή του ενδιαφέροντος βρέθηκε η προαγωγή της κυρίας Ζαχαρούλας Τσιριγώτη στο βαθμό της αντιστρατήγου της αστυνομίας. H είσοδος μιας γυναίκας στον μικρό κύκλο των πέντε ανωτάτων αξιωματικών που αποτελούν την ηγεσία της αστυνομίας της χώρας μας πρέπει αναμφίβολα να χαιρετιστεί ως μια πολύ ιδιαίτερη στιγμή. Όχι μόνο γιατί αυτό συμβαίνει για πρώτη φορά, αλλά γιατί δίνει και μια ευκαιρία για την αποτίμηση μιας πορείας αλλαγής στη σύνθεση του προσωπικού της αστυνομίας, η οποία μετράει μόλις 33 χρόνια. Είχε πάρει μέχρι τις αρχές της δεκαετίας του 1980 για να αναγνωρισθεί το δικαίωμα των γυναικών στην αναζήτηση μιας επαγγελματικής σταδιοδρομίας στην αστυνομία, ενώ οι σχετικοί ποσοτικοί περιορισμοί (10%) στην κατάταξη γυναικών καταργήθηκαν μόλις στις αρχές της προηγούμενης δεκαετίας.

Από τις πληροφορίες που διαθέτει στους πολίτες η Ελληνική Αστυνομία μαθαίνουμε ότι, σήμερα, λίγο κάτω από το 15% του προσωπικού της είναι γυναίκες. Το στοιχείο αυτό περιλαμβάνει και το αστυνομικό προσωπικό ειδικών καθηκόντων, δηλαδή στελέχη, τα οποία εντάσσονται μεν στην ιεραρχία των βαθμών της αστυνομίας, αλλά δεν προέρχονται από τις σχολές της αστυνομίας. Αυτά τα στελέχη προσλαμβάνονται βάσει προσόντων τα οποία απέκτησαν με σπουδές σε συγκεκριμένα γνωστικά αντικείμενα. Παρά τις σχετικές διαβεβαιώσεις, δεν είμαστε σε θέση να βγάλουμε ασφαλή συμπεράσματα για το εάν σήμερα οι γυναίκες μπορούν να σταδιοδρομήσουν στην αστυνομία με όρους ισότιμους των ανδρών—τα κρίσιμα (αρχικά μόνο!) στοιχεία είναι, πρώτο, η σύνθεση κατά το φύλο των εισαγόμενων και των αποφοίτων στις σχολές της αστυνομίας και, δεύτερο, η εξέλιξη των ποσοτικών αναλογιών ανδρών και γυναικών στους βαθμούς της ιεραρχίας της αστυνομίας.



Κατά πόσο η προαγωγή της κυρίας Τσιριγώτη συμβολίζει το εύρος της αλλαγής στο ζήτημα των ίσων ευκαιριών για τα δύο φύλα στο εσωτερικό της αστυνομίας είναι ένα ενδιαφέρον ερώτημα. Νομίζω πως λέει περισσότερα πράγματα για την προσωπική ικανότητα και αξιοσύνη της ίδιας. Εξηγώ, παίζοντας λίγο ακόμη το παιχνίδι των αριθμών για να μπορέσω να κάνω μια αποτίμηση της κατανομής των φύλων στο σύνολο του προσωπικού, και στους ανώτατους βαθμούς ειδικότερα. Διαβάζοντας τα σχετικά δημοσιεύματα, διαπιστώνω ότι μεταξύ των 11 διατηρητέων υποστρατήγων συμπεριλαμβάνεται μία μόνο γυναίκα (άρα κάτω από 10%, και η υποστράτηγος είναι ειδικών καθηκόντων), ενώ άλλη μία γυναίκα περιλαμβάνεται στους επτά ευδοκίμως τερματίσαντες τη σταδιοδρομία υποστρατήγους γενικών καθηκόντων. Άρα λοιπόν, παρά το ότι η κυρία Τσιριγώτη αποτελεί το ένα πέμπτο του συνολικού αριθμού των αντιστρατήγων, και χωρίς να έχω δει πληροφορίες για την κατάσταση στο βαθμό του ταξιάρχου, μπορώ να συμπεράνω πως υπάρχει συνολικά υποεκπροσώπηση των γυναικών στους ανώτατους βαθμούς.

Για να κάνουμε μια σύγκριση, στην Αγγλία, όπου τα αναλυτικά στοιχεία για τη δημογραφική και υπηρεσιακή σύνθεση του προσωπικού της αστυνομίας είναι άμεσα διαθέσιμα, το ποσοστό των υπηρετούντων γυναικών είναι λίγο πάνω από 28% συνολικά, ενώ σε κάποιες αστυνομίες αγγίζει και το 35%. Στις τάξεις των ανωτάτων αξιωματικών είναι συνολικά λίγο κάτω από το 20% (39 στους 201). Αυτά ισχύουν σε μία χώρα, στην οποία το ζήτημα των ίσων ευκαιριών για τα δύο φύλα, και στην αστυνομία, αποτελεί πολύ σημαντικό πολιτικό ζήτημα, και στην οποία η οργάνωση και η εκπροσώπηση των γυναικών ως εργαζομένων στην αστυνομία είναι ιδιαίτερα αναπτυγμένη.

Τι μας λέει αυτή η πρόχειρη αποτίμηση; Το πρώτο είναι ότι προφανώς έχουμε ακόμη μεγάλη απόσταση να διανύσουμε σε ό,τι αφορά στο θέμα της εκπροσώπησης των γυναικών στο σύνολο του προσωπικού της αστυνομίας. Αυτό δεν σημαίνει ότι σε άλλες χώρες υπάρχει μια ιδανική κατάσταση—και αλλού η συμμετοχή των γυναικών υπολείπεται σημαντικά από τη αναλογία ανδρών και γυναικών στο γενικό πληθυσμό. Το δεύτερο είναι ότι και εδώ και αλλού υπάρχει μια απόκλιση μεταξύ της αναλογίας ανδρών και γυναικών που υπηρετούν στην αστυνομία συνολικά και της αναλογίας ανδρών και γυναικών που εξελίσσονται στις ανώτερες βαθμίδες της ιεραρχίας: οι ανώτατοι βαθμοί παραμένουν σε μεγάλο βαθμό ανδρική υπόθεση. Στην Ελλάδα βέβαια, για να το πω κάπως προκλητικά, αν το φύλο ήταν το σημαντικότερο εμπόδιο στην εξέλιξη των γυναικών στις ανώτατες βαθμίδες της ιεραρχίας, θα μιλούσαμε ήδη για μια άλλη αστυνομία.

Αλλά ας μείνουμε στο θέμα: λέγεται πολλές φορές ότι οι προκαταλήψεις και ο σεξισμός που δημιουργεί η κουλτούρα της αστυνομίας είναι τα εμπόδια στη σταδιοδρομία των γυναικών. Σύμφωνα με τη χειρότερη εκδοχή αυτών των προκαταλήψεων, επειδή η δουλειά του αστυνομικού έχει αυτά ή τα άλλα χαρακτηριστικά και απαιτήσεις, είναι δουλειά για άνδρες. Αυτό προφανώς δημιουργεί ένα φαύλο κύκλο, ο οποίος μόνο διαιωνίζει την επίμονη πραγματικότητα της γενικής δυσαναλογίας ανδρών και γυναικών στην αστυνομία. Αν εννοούμε τη δουλειά της αστυνομίας ως δουλειά για άνδρες, τότε κάθε λεπτομέρειά της, όχι μόνο ο καταμερισμός της εργασίας, αλλά και η οργάνωσή της, η ίδια η υλική της υπόσταση θα είναι δουλειά για άνδρες. Και τα εμπόδια για τις γυναίκες θα βρίσκονται όχι μόνο στα θεμέλια της αστυνομικής εργασίας, αλλά και στις λεπτομέρειες που συνθέτουν την καθημερινότητα της αστυνομικής εργασίας: όχι μόνο στην κατάστρωση των καθηκόντων και το περιεχόμενο της εκπαίδευσης αλλά ακόμη και στη διαμόρφωση της στολής ή τον τύπο και τα χαρακτηριστικά του εξοπλισμού κτλ.

Αν αυτά είναι έτσι, η γνώμη μου είναι πως το σωστό ερώτημα είναι το εξής: πως πρέπει ως κοινωνία να αντιληφθούμε και να διαμορφώσουμε την δουλειά της αστυνομίας, εάν θέλουμε άνδρες και γυναίκες να έχουν ίσες ευκαιρίες για επαγγελματική σταδιοδρομία στην αστυνομία;