Τετάρτη 10 Φεβρουαρίου 2016

Κρίσεις

Παρακολουθώ το τελευταίο διάστημα με ενδιαφέρον τις ειδήσεις και τα σχόλια που δημοσιεύονται σε διάφορες ιστοσελίδες ειδικού—αστυνομικού—ενδιαφέροντος σχετικά με τις κρίσεις στην αστυνομία, τη διαδικασία δηλαδή της αξιολόγησης του προσωπικού της αστυνομίας. Το θέμα, στο οποίο επικεντρώνεται το ενδιαφέρον, είναι βέβαια η νέα ηγεσία της Ελληνικής Αστυνομίας, όχι μόνο γιατί είναι η αφετηρία της υπόλοιπης διαδικασίας, αλλά και γιατί, όπως εύκολα αντιλαμβάνεται κανείς, οι επιλογές αυτές έχουν πρακτική, συμβολική και πολιτική σημασία για το σύνολο της αστυνομίας.

Αυτές οι ειδικού ενδιαφέροντος ιστοσελίδες είναι η μόνη σχετική πηγή τακτικής πληροφόρησης—με εξαίρεση, αν δεν μου έχει διαφύγει κάτι, ένα πρόσφατο σχετικό δημοσίευμα, αναπόφευκτα, του Βήματος. Η γενική εντύπωση που αποκομίζει κανείς από τα όσα γράφονται και λέγονται είναι πως αυτή η διαδικασία αντιμετωπίζεται από όλους σα μια "αυστηρά οικογενειακή υπόθεση" της αστυνομίας, και, σε ό,τι αφορά στην επιλογή της ηγεσίας, σα μια υπόθεση που αφορά της σχέσεις της αστυνομίας και της κυβέρνησης.

Την περασμένη εβδομάδα έτυχε να κάνω αυτή τη διαδικτυακή περιήγηση στο γραφείο μου. Κάποια στιγμή που θέλησα να ξεκουράσω τα μάτια μου, το βλέμμα μου έτυχε να πέσει πάνω στο βιβλίο του πρώην αρχηγού της μητροπολιτικής αστυνομίας του Λονδίνου, του (Sir, πλέον) Ian Blair. Με εξώφυλλο τη φωτογραφία του Sir Ian, το βιβλίο έχει τον τίτλο Policing Controversy, ο οποίος στα ελληνικά θα μπορούσε να αποδοθεί με διάφορους τρόπους, κάτι σε "αστυνομεύοντας την αντιπαράθεση" ή "αστυνομεύοντας την αμφιβήτηση".

Ο τίτλος είναι πετυχημένος, γιατί ο Sir Ian αμφισβητήθηκε για τη στάση του σε σχέση με τη διεξαγωγή των αντιτρομοκρατικών επιχειρήσεων και το θάνατο από πυρά αστυνομικών του άτυχου Charles de Menezes το καλοκαίρι του 2005, αλλά και για άλλες ενέργειες της αστυνομίας κατά τη διάρκεια της θητείας του. Είχε επίσης παίξει ρόλο και σε οργανωτικές επιλογές ήδη από την εποχή που ήταν υπαρχηγός της Met. Για παράδειγμα, στις αρχές της δεκαετίας του 2000 ο Sir Ian  είχε υποστηρίξει το σύστημα του προσωπικού "πολλών ταχυτήτων" με την εισαγωγή των "αστυνομικών κοινοτικής υποστήριξης", μια χαμηλού κόστους "λύση" για την ενίσχυση της παρουσίας της αστυνομίας στο δρόμο και τις γειτονιές.

Το βιβλίο του, λοιπόν, μισό βιογραφία-μισό ιστορία, έχει ενδιαφέρον, γιατί ο Blair γράφει για όλα αυτά εξηγώντας από τη δική του σκοπιά τα γεγονότα και βεβαίως και τη στάση του. Βέβαια, ο αναγνώστης δεν θα πρέπει να αυταπατάται. Ο κορυφαίος αυτός παράγοντας της αγγλικής αστυνομίας μιλάει με τη φωνή και τη συνείδηση του συστήματος, και άρα οι "αλήθειες" που λέει έχουν συγκεκριμένα όρια. Δεν παύει όμως το βιβλίο να αποτελεί την προσωπική μαρτυρία ενός ανθρώπου, ο οποίος βρέθηκε στο επίκεντρο της δημόσιας συζήτησης και συμμετείχε σε αυτή ισότιμα, ως σημαντικός δημόσιος παράγοντας.

Στην Αγγλία, και αλλού, τέτοιες βιογραφίες-απομνημονεύματα αστυνομικών υπάρχουν πάμπολλα, αλλά όχι μόνο τέτοια. Τη δεκαετία του 1970, ο John Alderson, ο οποίος είχε διατελέσει αρχηγός περιφερειακής αστυνομίας και υπαρχηγός της μητροπολιτικής αστυνομίας του Λονδίνου, είχε γράψει το Policing Freedom, ένα βιβλίο "για τα διλήμματα της αστυνόμευσης στις δυτικές δημοκρατίες", στο οποίο μεταξύ άλλων είχε αναπτύξει τις ιδέες του για τις σχέσεις αστυνομίας και κοινότητας. Η παρέμβασή του είχε μεγάλη επιρροή στις τότε συζητήσεις για το χαρακτήρα και το μέλλον της αστυνόμευσης, και στο συστημικό αλλά και στο κριτικό στρατόπεδο.

Ξαναφέρνοντας τη ματιά μου στην οθόνη του υπολογιστή μετά από αυτή τη σύντομη περιπλάνηση στα ράφια της βιβλιοθήκης μου, συνειδητοποίησα τι ακριβώς μου φαινόταν ενοχλητικό στη σειρά των ειδήσεων και των σχολίων για τις κρίσεις στην ελληνική αστυνομία. Στην πραγματικότητα, οι κρίσεις, και οι κρίσεις, δεν είναι παρά άλλη μία ένδειξη της κρίσης που υφέρπει στην ελληνική αστυνομική πραγματικότητα και τη σχέση της αστυνομίας με την κοινωνία, αλλά και την πολιτική. Σκέφτηκα πως τα πρόσωπα, τα οποία καταλαμβάνουν τις κορυφαίες θέσεις στον οργανισμό της Ελληνικής Αστυνομίας, ίσως και με κριτήρια τα οποία μπορεί να μην έχουν και πολύ στενή σχέση με την αξία και τα προσόντα τους τεχνικά μιλώντας, δεν αποτελούν δυστυχώς δημόσια πρόσωπα, δεν είναι ισότιμοι και ενεργοί συμμέτοχοι στην δημόσια ζωή του τόπου, παρά το γεγονός ότι η θέση και η αποστολή τους είναι αποφασιστικής σημασίας για τη δημόσια ζωή του τόπου.

Πόσα βιβλία σαν του Blair, πόσο μάλλον σαν του Anderson, έχουν εκδοθεί στη χώρα μας; Πόσες φορές έχουμε ακούσει την ηγεσία της αστυνομίας να παρεμβαίνει αυτοτελώς στη δημόσια συζήτηση για τα θέματα της ασφάλειας, του εγκλήματος, της δημόσιας τάξης; Αυτά είναι ζητήματα τα οποία απασχολούν τους πολίτες, αλλά ποιός είναι ο δημόσιος λόγος, ποιό είναι το δημόσιο πρόσωπο της αστυνομίας; Σε ποιο βαθμό η ηγεσία της αστυνομίας, και στις κεντρικές αλλά και στις περιφερειακές υπηρεσίες, αποτελεί σημείο αναφοράς πέρα από ένα στενό κύκλο ιθυνόντων, παραγόντων, αξιωματούχων; Είναι άλλης τάξης ζήτημα το εάν ο λόγος που θα εκφέρει η αστυνομία θα είναι συντηρητικός ή ενδεχομένως και πολιτικά χρωματισμένος. Εάν όμως έτσι κι αλλιώς η δραστηριότητα της αστυνομίας έχει ένα πολιτικό αποτέλεσμα, δεν θα ήταν προτιμότερο αυτό να γίνεται με χαρτιά ανοιχτά προς το πολιτικό σώμα που τελικά παίρνει τις αποφάσεις: το λαό;

Ας το δούμε κι αλλιώς: ασφαλώς στο εσωτερικό της αστυνομίας, ένας αξιωματικός μπορεί να καταξιωθεί και να χαίρει της εκτίμησης και της αγάπης του προσωπικού. Είναι όμως σωστό η επιλογή της ηγεσίας της αστυνομίας να αποτελεί ένα τεχνικό ή πολιτικό (ή, χειρότερα, μικροπολιτικό) ζήτημα; Δεν είναι αυτός ένας φαύλος κύκλος, ο οποιος διαιωνίζει την εσωστρέφεια και τον απομονωντισμό της αστυνομίας, αλλά και ο οποίος πολλές φορές έχει τη συνέπεια να αντιμετωπίζονται οι κορυφαίοι αστυνομικοί ως αποδιοπομπαίοι τράγοι κάθε φορά που κάτι "πάει στραβά" στα αστυνομικα πράγματα;

Η γνώμη μου λοιπόν είναι πως χρειαζόμαστε ένα σύστημα επαγγελματικής εκπαίδευσης, αξιολόγησης και εξέλιξης, το οποίο ακριβώς θα ενθαρρύνει την αστυνομία και τα στελέχη της να διαμορφώνουν ένα δημόσιο προφίλ, ενεργή παρουσία και ανοιχτή συνομιλία με την κοινωνία, ξεκινώντας από την τοπική κοινωνία.

Είχε γράψει παλαιότερα ο Albert Reiss, από τους κορυφαίους της σύγχρονης αστυνομική επιστήμης, και ένας από τους αγαπημένους μου, πως, εντάξει, ιστορικά η αστυνομία είναι στην υπηρεσία του κράτους και του κατεστημένου, αλλά σε μια εποχή κοινωνικής αλλαγής και ρευστότητας, δεν θα πρέπει οι αστυνομικοί να είναι και οι ίδιοι παράγοντες της κοινωνικής αλλαγής; Να λοιπόν ένας στόχος για ουσιαστική αλλαγή. Μπορεί να υπάρξει μια μεταρρύθμιση με στόχο, σε κάποιο όχι τόσο μακρινό μέλλον, η ηγεσία της αστυνομίας να αποτελεί όχι μόνο ηγεσία της αστυνομίας, αλλά και της κοινωνίας, με εμφανή και ενεργή παρουσία και συμμετοχή στην κοινωνική και πολιτική ζωή; 

Τετάρτη 3 Φεβρουαρίου 2016

" Και εγώ τι θέλετε να κάνω;"

Γράφοντας στις αρχές της δεκαετίας του 1980, ο Otwin Marenin, από τους σημαντικούς της σύγχρονης αστυνομικής επιστήμης, επεσήμαινε πως το λάθος της κριτικής θεωρίας ήταν πως έβλεπε την αστυνομία μόνο σαν την πρώτη γραμμή της καταστολής, λίγο πολύ σαν τη σωματοφυλακή της άρχουσας τάξης και της οικονομικής ολιγαρχίας. Η αντίρρησή του ήταν πως δεν έχει κατασταλτικό χαρακτήρα το σύνολο της δραστηριότητας της αστυνομίας: αυτή επιτελεί μια ευρύτατη ποικιλία λειτουργιών και έτσι ικανοποιεί μια ευρύτατη ποικιλία κοινωνικών συμφερόντων και αναγκών. Τι σχέση έχουν οι κλήσεις της τροχαίας με την ταξική κυριαρχία, την ταξική καταπίεση και την ταξική εκμετάλλευση;

Πρώτα-πρώτα, λέει ο Marenin, τα συμφέροντα και οι ανάγκες που εξυπηρετεί η αστυνομία προκύπτουν μέσα από συγκεκριμένες ιστορικές διαδρομές και κοινωνικές συγκρούσεις, οι οποίες διαμορφώνουν και τα οργανωσιακά χαρακτηριστικά και την σύνθεση του προσωπικού της κάθε αστυνομίας· και, έπειτα, υπάρχει μια "γενική τάξη", η οποία αφορά τη δημόσια ειρήνη και ασφάλεια, τους στοιχειώδεις όρους μιας οργανωμένης διαβίωσης, χωρίς τους οποίους η κοινωνική ζωής θα ήταν αδύνατη. Αυτή η γενική τάξη, λέει ο Marenin, πρέπει να διακρίνεται από την "ειδική τάξη" της οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης που εξυπηρετεί συγκεκριμένα συμφέροντα, αυτά των ισχυρότερων. Άρα αφού η δουλειά της αστυνομίας περιλαμβάνει και λειτουργίες που εξυπηρετούν την γενική τάξη, εξυπηρετεί και τα συμφέροντα των αδυνάτων.

Θυμήθηκα τη "γενική τάξη" του Marenin προχθές, όταν ένας καλός φίλος μου έστειλε να διαβάσω μια πρόσφατη ιστορία από τη Θεσσαλονίκη, με πρωταγωνίστρια μια ποδηλάτισσα. Τη Θεσσαλονίκη την έχω χαρεί δυστυχώς μόνο ως επισκέπτης και πριν από αρκετά χρόνια. Θυμάμαι όμως και πόση εντύπωση μου είχαν κάνει τα διπλοπαρκαρισμένα και τριπλοπαρκαρισμένα αυτοκίνητα στους δρόμους της—εικόνα χειρότερη κι από εκείνη των κεντρικών δρόμων της πόλης μου. Η ποδηλάτισσα, λοιπόν, παρόλη την καλή της πρόθεση και τη σύνεση να χρησιμοποιήσει τον ποδηλατόδρομο, συνάντησε ξαφνικά την ανοιχτή πόρτα του (παρκαρισμένου στον ποδηλατόδρομο) αυτοκινήτου μιας κυρίας και από τη σύγκρουση βρέθηκε πεσμένη στο οδόστρωμα. Η κυρία όμως ήταν βιαστική, φαίνεται, κι έτσι έκλεισε την πόρτα, κλείδωσε, κι έφυγε χωρίς κανένα ίχνος ενδιαφέροντος για τη σύγκρουση που είχε προκαλέσει, και φυσικά ούτε και για την κατάσταση της ποδηλάτισσάς μας.

Η ποδηλάτισσα αποφάσισε να δηλώσει το περιστατικό, ζητώντας να καταγραφεί το γεγονός και να πάρει η αστυνομία κάποια μέτρα για την κατάσταση που επικρατεί στο δρόμο εκείνο με τα παράνομα παρκαρισμένα αυτοκίνητα. Η απάντηση όμως του αστυνομικού απο την άλλη άκρη της τηλεφωνικής γραμμής δεν ήταν αυτή που περίμενε: "και τι θέλετε να κάνω εγώ; ... θα μπορούσατε αφού είδατε τα παρκαρισμένα αμάξια να κατέβετε από το ποδήλατο και να πάτε στο πεζοδρόμιο κυρία μου. Δεν μπορούμε εμείς καθημερινά να ασχολούμαστε και να ανεβαίνουμε μέχρι εκεί", ήταν η απάντησή του. Κι έτσι η ποδηλάτισσα αναρωτήθηκε "σε τι κράτος ζούμε. Ο πολίτης δεν σέβεται το κράτος του και το κράτος δεν κάνει τίποτα ώστε να προστατέψει τον πολίτη ... μήπως όλα ξεκινάνε από την παιδεία που δεν μας έδωσαν στο σπίτι, στο σχολείο, στην κοινωνία;"

Τη φρασούλα πως "όλα είναι θέμα παιδείας" την έχουν μηρυκάσει γενεές γενεών, και εγώ, αφού ήταν το πασπαρτού για μια καλή έκθεση ιδεών, και προκαλούσε πάντα μια κάποια ικανοποίηση στους δασκάλους μας. Τώρα πια, όσο περισσότερο ακούω αυτή τη φρασούλα, τόσο περισσότερο σκέφτομαι ότι αυτή είναι ένα πολύ πετυχημένο σλόγκαν, ένας αυτοματισμός, ο οποίος περισσότερο συγκαλύπτει κάτι κάτω από τη λογική του “όλα φταίνε/όλοι φταίμε", παρά αποτελεί μια διαπίστωση ουσίας. Αυτό που συγκαλύπτει, νομίζω, είναι ακριβώς ότι αυτή η γενική τάξη που, όπως λέει ο Marenin, αναφέρεται στους στοιχειώδεις όρους μιας συλλογικής ύπαρξης αποδεκτής απο όλους, στους στοιχειώδεις όρους μιας καλής κοινωνίας, χρωματίζεται ανεξίτηλα από την "ειδική τάξη" που επιβάλλουν συγκεκριμένα συμφέροντα. Είναι αυτή η "ειδική τάξη" που κάνει εξαιρέσεις την "παιδεία", την γνήσια ευγένεια, το ειλικρινές ενδιαφέρον, το σεβασμό και την ανιδιοτελή προσφορά στον άλλο. Για να το πω αλλιώς: οι περισσότεροι θα συμφωνήσουμε ότι επρόκειτο για αναμφίβολη περίπτωση γαϊδουριάς, αλλά εξεπλάγη κανείς πραγματικά από τη συμπεριφορά της κυρίας;



Εκ των υστέρων, ο καθένας μπορεί να σκεφτεί πως τουλάχιστον μια συγνώμη, έστω μια νύξη ενδιαφέροντος εκ μέρους της θα ήταν επιβεβλημένη. Τι διαφορά θα έκαναν όμως αυτά από τη στιγμή που αυτή αποφάσισε να παρκάρει παράνομα πάνω στον ποδηλατόδρομο, δηλαδή να δώσει αποκλειστική προτεραιότητα στο δικό της άμεσο πρόβλημα, αυτό που αντιμετώπιζε εκείνη τη στιγμή: κάπου να παρκάρει, κι ας χαθεί ο κόσμος. Αυτό είναι ακριβώς το ζήτημα: η δυσκολία του να δεί κανείς πέρα από τα δικά του άμεσα, πολύ πραγματικά προβλήματα, τα οποία γεννά η "ειδική τάξη" της καθημερινής πραγματικότητας. Σε αυτή την πραγματικότητα ευημερούν οι λίγοι. Οι πολλοί, εγκλωβισμένοι στον κρανίου τόπο του μεταπολεμικού ελληνικού αστικού τοπίου (προϊόν κι αυτό μιας "ειδικής τάξης" απο την οποία θησαύρισαν λίγοι), αναλώνονται σε ένα ατελείωτο εμφύλιο πόλεμο που διεξάγεται με βάση τους απαράβατους κανόνες της νεοελληνικής μικροαστικής επιβίωσης, το "ο σώζων εαυτόν σωθήτω", το "πατάω επι πτωμάτων", το "γιατί αυτός κι όχι εγώ", την "πάρτη μου" και τη "δουλίτσα μου".

Αυτή η "ειδική τάξη" αφορά και τον αστυνομικό μας, όχι μόνο επειδή υποτίθεται πως η δουλειά του είναι να την υπερασπιστεί, αλλά γιατί και ο ίδιος βρίσκεται εγκλωβισμένος μέσα σε αυτή: σε ένα οργανισμό στον οποίο ισχύουν οι ίδιοι κανόνες επιβίωσης και οποίος δεν προάγει την καθαρότητα της σκέψης και το θάρρος να ρωτήσει κάποιος τι είδους προτεραιότητες στη δουλειά της αστυνομίας μπορούν να εξυπηρετήσουν την πολυπόθητη "γενική τάξη". Το βάρος της "ειδικής τάξης" είναι τέτοιο, ώστε ακόμη και η μεγάλη μεταβολή της κοινωνικής σύνθεσης της αστυνομίας στη χώρα μας τα τελευταία χρόνια δεν έχει κατορθώσει να αλλάξει τη γνωστή, "παραδοσιακή" λειτουργία και την εικόνα της, καθώς τα μοτίβα της επαφής της με τους πολίτες. Γι'αυτό και οι εντάσεις που ζούμε συνήθως εκθέτουν την αστυνομία ως τη σωματοφυλακή συγκεκριμένων συμφερόντων, της "ειδικής τάξης".

Αλλά είναι αυτή μια αναπόφευκτη πραγματικότητα; "Και εγώ τι θέλετε να κάνω;": η ποδηλάτισσά μας, νεαρή φοιτήτρια ακόμη, προφανώς εξέλαβε την απάντηση του αστυνομικού ως δείγμα αδιαφορίας. Πιθανό να ήταν. Πόσο διαφορετικά όμως θα ήταν τα πράγματα εάν, έστω για μια στιγμή, έστω σαν μια υπόθεση εργασίας, αντιλαμβανόμασταν την απάντησή του σαν τη διαπίστωση ενός γνήσιου αδιεξόδου, μιας πραγματικής αδυναμίας;