Πέμπτη 20 Δεκεμβρίου 2018

Η ΕΕΜΕΚΕ για την παραστρατιωτική βία στα σύνορα

Τις τελευταίες ημέρες έχουν δει ξανά το φώς της δημοσιότητας και έχουν καταγγελθεί από διάφορους φορείς πρακτικές βίας και παράνομης επαναπροώθησης σε βάρος αιτούντων άσυλο και μεταναστών στον Έβρο, οι οποίες ασκούνται από (παρα-)κρατικές ομάδες, που δραστηριοποιούνται στην περιοχή. Οι ίδιες καταγγελίες επισημαίνουν την αδράνεια των αρμόδιων αρχών να διερευνήσουν τη βασιμότητα των καταγγελλόμενων, αρνούμενες ότι συμβαίνουν. Σύμφωνα με τις καταγγελίες αυτές, ένστολοι με αστυνομική ή στρατιωτική περιβολή και καλυμμένα χαρακτηριστικά προβαίνουν σε πράξεις απάνθρωπης και εξευτελιστικής μεταχείρισης και σε άτυπες εξαναγκαστικές απομακρύνσεις (push-backs) υπηκόων τρίτων χωρών, τελώντας σε βάρος τους σωρεία αξιόποινων πράξεων βίας και εκμετάλλευσης. Τα καταγγελλόμενα φαίνεται ότι τεκμηριώνονται με μαρτυρίες των ανθρώπων που υφίστανται τις συνέπειες αυτής της δράσης και με άλλα στοιχεία, όπως φωτογραφικό υλικό και γεωεντοπισμός των θυμάτων και στις δύο πλευρές του Έβρου.
Η Εθνική Επιτροπή για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου έχει από καιρό επισημάνει σχετικές καταγγελίες που σωρεύονται και αφορούν άτυπες επαναπροωθήσεις ατόμων που ενδεχομένως χρήζουν διεθνούς προστασίας στην περιοχή του Έβρου.
Η Ευρωπαϊκή Επιτροπή για την Πρόληψη των Βασανιστηρίων και της Απάνθρωπης και Ταπεινωτικής Μεταχείρισης ή Τιμωρίας, μετά την επίσκεψή της στην Ελλάδα (10-19 Απριλίου 2018) καταγράφει στις Προκαταρκτικές Παρατηρήσεις της άτυπες αναγκαστικές επαναπροωθήσεις αλλοδαπών στην Τουρκία από «μασκοφόρους έλληνες αστυνομικούς και συνοριοφύλακες ή (παρα)στρατιωτικούς κομάντος» στην περιοχή του Έβρου.
Οι οργανώσεις ΑΡΣΙΣ - Κοινωνική Οργάνωση Υποστήριξης Νέων, Ελληνικό Συμβούλιο για τους Πρόσφυγες και Human Rights 360 δημοσιοποιούν έκθεση με 39 μαρτυρίες προσώπων που επιχείρησαν να εισέλθουν στην Ελλάδα από τα σύνορα της χώρας με την Τουρκία στην περιοχή του Έβρου και αναφέρουν ότι επαναπροωθήθηκαν, κατά παράβαση του εθνικού, ενωσιακού και διεθνούς δικαίου, στην Τουρκία. Οι λεπτομέρειες της Έκθεσης αποκαλύπτουν ένα ιδιαίτερα ανησυχητικό τοπίο αυθαίρετων και έκνομων ενεργειών.
Η Ελληνική Ένωση για τα Δικαιώματα του Ανθρώπου (ΕΛΕΔΑ) δηλώνει επίσης, ότι "η δράση παρακρατικών ομάδων που διαπράττουν σωρεία σοβαρότατων ποινικών αδικημάτων (απαγωγές, ξυλοδαρμούς, ληστείες, παράνομες επαναπροωθήσεις), εφόσον αποδειχθεί αληθινή, δεν μπορεί να γίνεται ανεκτή σε κανένα σημείο της ελληνικής επικράτειας. Η ΕλΕΔΑ έχει ήδη καταθέσει μηνυτήρια αναφορά στον Άρειο Πάγο και καταγγελία στον Συνήγορο του Πολίτη για συγκεκριμένες περιπτώσεις επαναπροωθήσεων, χωρίς να υπάρξει ως τώρα κάποια ένδειξη, ότι η σχετική έρευνα προωθείται από κάποιον από τους δύο φορείς, ενώ ανάλογες καταγγελίες έχουν γίνει και από δικηγόρους και δημοσιογράφους, τόσο στην Ελλάδα όσο και στην Τουρκία".
 Εφόσον τα παραπάνω ισχύουν, έστω και σε μικρότερο βαθμό, είναι σαφές ότι πρόκειται για εγκλήματα που δεν μπορεί να είναι  μεμονωμένες περιπτώσεις. Το ενδεχόμενο ότι πρόκειται για συστηματικά οργανωμένες προσπάθειες, που αποκαλύπτουν ένα παράλληλο και σκιώδες κράτος που δρά σε βάρος του κράτους δικαίου και κυρίως έχει αυτονομηθεί από το επίσημο ελληνικό κράτος είναι ένα πιθανό ενδεχόμενο.
Ανάλογα φαινόμενα έχουν καταγραφεί και καταγγελθεί και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες, όπως η Βουλγαρία, η Ουγγαρία η Τσεχία και η Σλοβακία. Σε όλες αυτές τις περιπτώσεις πρωταγωνιστές είναι πολιτικές και παραστρατιωτικές ομάδες με αναφορές στο χώρο της άκρας δεξιάς και του νεοναζισμού. Ελπίζουμε η χώρα μας να μην έχει καταστεί άλλος ένας κρίκος στην αλυσίδα του ξυπνήματος των ιδεολογιών του εθνικιστικού μίσους και της ρατσιστικής προκατάληψης. Η Ευρώπη, και η χώρα μας έχουν πικρή και ανεξίτηλη εμπειρία από το αιματοκύλισμα και την καταστροφή  που προκάλεσαν ο ναζισμός και ο φασισμός. 
 Δηλώνουμε τη βαθιά ανησυχία μας για τα περιστατικά που καταγγέλλονται, συμμεριζόμενοι τους σοβαρότατους προβληματισμούς που θέτουν οι φορείς και οι οργανώσεις που προαναφέραμε. Ζητούμε μαζί τους την άμεση διερεύνηση των καταγγελιών και, σε περίπτωση επιβεβαίωσής τους, την ανάληψη αποφασιστικών πρωτοβουλιών που θα σταματήσουν κάθε σχετική δραστηριότητα και θα εμποδίσουν τους εμπνευστές και τα εκτελεστικά τους όργανα από την επανάληψή τους. 

Τι πρέπει να αλλάξει στην αστυνομία

Δεν υπάρχουν εύκολες απαντήσεις στα ερωτήματα που μας έθεσε ο άδικος θάνατος του Ζακ Κωστόπουλου. Ένα πιθανό μέτρο της δυσκολίας προκύπτει από το εξής «απλό» ερώτημα: ποια «αλήθεια» για τον θάνατο του Ζακ Κωστόπουλου θα μαθαίναμε χωρίς τα βίντεο που είδαν το φως της δημοσιότητας; Θα μαθαίναμε πρώτα ότι ο κοσμηματοπώλης αμύνθηκε κατά ενός ληστή βρισκόμενου υπό την επήρεια ναρκωτικών ουσιών και σε «κατάσταση αμόκ». Έπειτα, ότι ο επικίνδυνος ληστής ακινητοποιήθηκε και συνελήφθη με βάση «τεχνικά ορθές» ενέργειες των αστυνομικών που επενέβησαν στο περιστατικό.
Τα βίντεο έδειξαν κάτι πολύ διαφορετικό. Πρώτα, μια εικόνα αποδοχής της βαρβαρότητας και της βίας στην καθημερινή ζωή, η οποία αναδείχθηκε όχι μόνο από τα δολοφονικής έντασης χτυπήματα του μαγαζάτορα και του συνεργού του, αλλά και από τα σχόλια μιας μερίδας της κοινής γνώμης. «Εάν ήταν Αμερική», σχολίασε με παράπονο κάποιος στο YouTube, “από το πρώτο δευτερόλεπτο θα ήταν νεκρός, ο ...». Έπειτα, την εικόνα μιας αστυνομίας η οποία όχι μόνο με τις ενέργειές της αλλά και με τις εξηγήσεις που προσέφεραν για τις ενέργειες αυτές στελέχη της, και μάλιστα εκπρόσωποι των ενώσεων των αστυνομικών στα ΜΜΕ, ουσιαστικά επικυρώνει την κανονικότητα της βίας και της προκατάληψης στην καθημερινότητά μας «και σ’ όποιον αρέσει».
Η διαφορά μεταξύ της «αλήθειας» των «τεχνικά ορθών» ενεργειών της αστυνομίας και της εικόνας των πέντε οπλισμένων ένστολων πάνω από ένα τραυματισμένο, αναίσθητο κορμί, χωρίς καμία εμφανή μέριμνα για τη διασφάλιση των όρων μιας αξιόπιστης διερεύνησης και καταγραφής αποδείξεων και πειστηρίων, είναι σημαντική. Αποδίδει το μέγεθος του ελλείμματος καλής πίστης το οποίο χαρακτηρίζει τις σχέσεις της αστυνομίας με τις πιο ευάλωτες κοινωνικές ομάδες, όλους όσους οι βάρβαρες αντιλήψεις που χρωματίζουν πια τον λόγο της καθημερινότητάς μας θεωρούν «μη αναγκαίους».
Συνεπώς, αντί να απορούν οι εκπρόσωποι των αστυνομικών για την αναπόφευκτη κριτική, θα πρέπει να αναλογιστούν πώς ακριβώς υπηρετούν την υπόθεση του επαγγελματισμού και της καλής αστυνομίας σε μια δημοκρατική κοινωνία. Ασφαλώς, τα υψηλότερα επίπεδα εκπαίδευσης και οι καλύτερες συνθήκες εργασίας, εφόσον υπάρχουν, θα εξασφαλίζουν την τεχνική αρτιότητα των ενεργειών του προσωπικού της αστυνομίας. Θα έπρεπε όμως οι εκπρόσωποι να απαιτούν και ολοένα υψηλότερα επίπεδα διαφάνειας και ακεραιότητας στην Ελληνική Αστυνομία. Αν δεν εξασφαλίζονται αυτά, καμία «τεχνική ορθότητα» δεν θα την προστατεύσει από την κριτική.

*Δημοσιεύτηκε στην Αυγή, 29 Οκτωβρίου 2018