Δευτέρα 7 Μαρτίου 2016

Εξορύξεις και συναθροίσεις

Βρέθηκα προχθές στην παρουσίαση μιας σημαντικής νέας έρευνας σχετικά με την αστυνόμευση της πολύμηνης διαμαρτυρίας ενάντια στην γεώτρηση στην περιοχή του Barton Moss του Σάλφορντ (κοντά στο Μάντσεστερ). Η εξίσου πολύμηνη έρευνα που διενέργησαν οι φίλοι και συνάδελφοι Joanna Gilmore, Will Jackson και Helen Monk (από τα πανεπιστήμια του York και Liverpool John Moores αντίστοιχα) είχε σκοπό να καταγράψει και να διερευνήσει τη σχετική εμπειρία των διαμαρτυρόμενων πολιτών και στηρίχθηκε σε μεθόδους όπως η επι τόπου παρακολούθηση της διαμαρτυρίας και των αντίστοιχων ενεργειών της αστυνομίας, συνεντεύξεις με τους πολίτες, και παρακολούθηση της δικαστικής εξέλιξης των υποθέσεων, οι οποίες προέκυψαν από τις ενέργειες της αστυνομίας. Τα συμπεράσματα της έρευνας, στα οποία θα αναφερθώ παρακάτω, είναι ανησυχητικά, όχι μόνο γιατί καταγράφουν μια σειρά παρατυπιών και παρανομιών της αστυνομίας του Μάντσεστερ στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά ιδίως γιατί αποτυπώνουν μια γενικότερη τάση στην αστυνόμευση της συλλογικής διαμαρτυρίας, η οποία δεν αφορά μόνο την Αγγλία, αλλά και άλλες χώρες—και τη δική μας.



Το ιστορικό της διαμαρτυρίας είναι σε γενικές γραμμές το εξής: η βρετανική κυβέρνηση προς τα τέλη της προηγούμενης δεκαετίας είχε εκχωρήσει σε διάφορες εταιρείες άδειες για τη διενέργεια διερευνητικών γεωτρήσεων με τη μέθοδο της υδρορρηγμάτωσης πετρωμάτων (fracking) σε ένα σημαντικό αριθμό αγροτικών τοποθεσιών. Όπως ίσως είναι γνωστό, η μέθοδος fracking είναι μέθοδος εξόρυξης, κατά την οποία ειδικά διαμορφωμένα υγρά μείγματα διοχετεύονται με υψηλή πίεση στο υπέδαφος προκειμένου να προκαλέσουν ρωγμές στα πετρώματα και έτσι να προκαλέσουν τη διαφυγή του φυσικού αερίου ή και του πετρελαίου που βρίσκονται παγιδευμένα σε αυτά τα πετρώματα. Οι περιβαλλοντικές επιπτώσεις της μεθόδου αυτές είναι σημαντικές, όχι μόνο λόγω των σημαντικών ποσοτήτων μεθανίου που εκλύονται έτσι στην ατμόσφαιρα μολύνοντάς την, αλλά και λόγω των λυμάτων που η μέθοδος προκαλεί, με αποτέλεσμα την μόλυνση του υδροφόρου ορίζοντα και του εδάφους στην επιφάνεια. Η ακριβής σύνθεση των υγρών μειγμάτων που χρησιμοποιούνται από τις εταιρείες εξόρυξης προστατεύεται συνήθως ως βιομηχανικό απόρρητο. Υπάρχει έτσι δικαιολογημένη ανησυχία για τις πιθανές επιπτώσεις της χρήσης τους, η οποία προστίθεται στην ανασφάλεια που έχει προκαλέσει η διαπιστωμένη έκταση της μόλυνσης από τις σχετικές γεωτρήσεις.

Έτσι, το Νοέμβριο του 2013 ένας αριθμός πολιτών της περιοχής και περιβαλλοντικές οργανώσεις ξεκίνησαν εκδηλώσεις διαμαρτυρίας στην τοποθεσία της εξόρυξης. Η βασική μορφή της διαμαρτυρίας ήταν η καθημερινή παρεμπόδιση της εισόδου και εξόδου στο εργοτάξιο των φορτηγών της εταιρεία που διεξήγε τη γεώτρηση. Στο εργοτάξιο οδηγεί ένα μικρός αγροτικός δρόμος, κατά μήκος του οποίου οι διαμαρτυρόμενοι πολίτες περπατούσαν αργά επιβραδύνοντας έτσι την κίνηση των φορτηγών. Με τη βοήθεια και τη συνδρομή άλλων πολιτών της περιοχής, οι διαδηλωτές έφτιαξαν σε κοντινό σημείο και ένα καταυλισμό, ο οποίος αποτέλεσε τη βάση της δραστηριότητάς τους ως τον Απρίλιο του 2014, οπότε και ολοκληρώθηκε η διαμαρτυρία. Καθ’ όλη τη διάρκεια της διαμαρτυρίας, οι πολίτες δεν προκάλεσαν υλικές ζημιές, ενώ με τη λήξη της, φύτεψαν δέντρα και άλλα φυτά για να αποκαταστήσουν την οποιαδήποτε επιβάρυνση της τοποθεσίας από τη λειτουργία του καταυλισμού. Η διαμαρτυρία στο Barton Moss διοργανώθηκε με πρόθεση να είναι ειρηνική.



Και πράγματι η διαμαρτυρία θα ήταν ειρηνική καθ’ όλη τη διάρκειά της, αν η παρέμβαση της αστυνομίας ήταν και αυτή ειρηνική. Κατά τη διάρκεια των είκοσι εβδομάδων, τις οποίες διάρκεσε η μεγάλης έκτασης αστυνομική επιχείρηση κατά της διαμαρτυρίας, κατατέθηκε ένα σημαντικών αριθμός αναφορών κατά της αστυνομίας, από τις οποίες περίπου οι μισές αφορούσαν της άσκηση υπέρμετρης βίας. Ωστόσο η χρήση βίας ήταν ένα μόνο από τα «υπέρμετρα» που χαρακτήρισαν την επιχείρηση αυτή: όπως προκύπτει από την έκθεση, υπέρμετρη ήταν η κινητοποίηση της αστυνομικής δύναμης, συμπεριλαμβανομένων και των ειδικών μονάδων που διατέθηκαν για την επιχείρηση αυτή· υπέρμετρη ήταν η ένταση της προσπάθειας που κατέβαλε η αστυνομία προκειμένου να αποθαρρύνει ή να εξουδετερώσει, μέσω συλλήψεων, συγκεκριμένους διαδηλωτές οι οποίοι θεωρήθηκε ότι είχαν σημαντικό ρόλο στην κινητοποίηση: από τις περίπου 200 συλλήψεις που πραγματοποιήθηκαν συνολικά κατά τη διάρκεια των πέντε μηνών, ένα μεγάλο μέρος αφορούσε στα ίδια πρόσωπα και αυτά λόγω της παραβίασης των περιοριστικών όρων που είχε επιβάλει η αστυνομία, ενώ οι σχετικές υποθέσεις κατέρρεαν κατά την εκδίκασή τους. Υπέρμετρο ήταν επίσης και το κόστος της επιχείρησης, το οποίο ανήλθε στα  2.2 εκ. ευρώ περίπου.

Όψεις της αστυνομικής επιχείρησης στο Barton Moss υπήρξαν ιδιαίτερα προβληματικές σε τακτικό επίπεδο. Για παράδειγμα, πολλές διαδηλώτριες ανέφεραν πως η συμπεριφορά των αστυνομικών χαρακτηριζόταν από σεξουαλικά υποτιμητικό τόνο ή και περιεχόμενο. Ωστόσο η πιο ανησυχητική πλευρά της επιχείρησης υπήρξε ο σχεδιασμός της σε στρατηγικό επίπεδο. Η επιχείρηση όχι μόνο σχεδιάστηκε σε συνεργασία με την εταιρεία που είχε αναλάβει τη γεώτρηση, αλλά βάσει ενός μνημονίου συνεργασίας που συμφωνήθηκε, η εταιρεία αυτή είχε συνεχή πρόσβαση και παρέμβαση στις λεπτομέρειες της διεξαγωγής της επιχείρησης. Στο πλαίσιο αυτό, η αστυνομική επιχείρηση φαίνεται πως είχε σκοπό περισσότερο να παρενοχλήσει, να αποθαρρύνει και να διαβάλει τους διαδηλωτές πάρα να διαφυλάξει την τάξη στην τοποθεσία της διαδήλωσης. Βασική όψη της υπήρξε η προσπάθεια να προβάλει μια αρνητική εικόνα για τους διαδηλωτές χρησιμοποιώντας τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, προσπάθεια η οποία σε πολλές περιπτώσεις έφτασε στο σημείο να διαστρεβλώνει ανοιχτά την αλήθεια για τη σύνθεση της ομάδας των διαδηλωτών, τη συμπεριφορά τους αλλά και γενικότερα την κατάσταση στην αγροτική αυτή τοποθεσία. Πολλές από τις συλλήψεις που διενεργήθηκαν φαίνεται πως είχαν σκοπό απλώς να απομακρύνουν έστω και πρόσκαιρα συγκεκριμένα πρόσωπα από την τοποθεσία. Η βάση τους δηλαδή δεν ήταν η διάπραξη κάποιων αδικημάτων, κάτι άλλωστε το οποίο φάνηκε από τη δικαστική εξέλιξη των υποθέσεων.

Συνολικά λοιπόν, στην περίπτωση αυτή αποτυπώθηκε ένα διπλό πρόβλημα, το οποίο δεν αφορά μόνο την Αγγλία. Από τη μια μεριά έχουμε την απροβλημάτιστη και αγαστή συνεργασία με τα μεγάλα συμφέροντα, ανεξάρτητα με το εάν η εξυπηρέτησή τους βλάπτει την τοπική κοινωνία και το ευρύτερο κοινωνικό συμφέρον και την ποιότητα ζωής. Από την άλλη, δεν είναι υπερβολικό να μιλάει κανείς για ανοιχτά εχθρική στάση της αστυνομίας απέναντι στη άσκηση των συλλογικών ελευθεριών, αφενός μεν γιατί στην πράξη ακόμη και θετικές νομικές υποχρεώσεις της αστυνομίας αγνοήθηκαν, αφετέρου δε επειδή σε στρατηγικό επίπεδο, όπως αποτυπώνεται στις στρατηγικές αναλύσεις και τα σχετικά εγχειρίδια της αστυνομίας, αντιμετωπίζεται η άσκηση αυτών των ελευθεριών ως εξτρεμισμός.



Ο μακρύς διεθνής κατάλογος των περιπτώσεων, στις οποίες η αστυνομία παίρνει ανοιχτά εχθρική στάση απέναντι στη άσκηση των συλλογικών ελευθεριών των πολιτών δεν θα πρέπει να μας αφήνει αδιάφορους. Παρότι η μεταφορά των στρατηγικών και της τεχνογνωσίας μεταξύ των αστυνομιών σε διεθνές επίπεδο πραγματοποιείται ακώλυτα και πολλές άκριτα, στη χώρα μας τα στεγανά σε σχέση με την δημόσια πληροφόρηση για τις διαδικασίες λήψης των αποφάσεων της αστυνομίας σε στρατηγικές και τακτικό επίπεδο ιδίως σε σχέση με την αστυνόμευση της άσκησης των συλλογικών ελευθεριών παραμένουν ανυπέρβλητα, και ο δημόσιος έλεγχος σχεδόν ανύπαρκτος. Θα πρέπει να σκεφτούμε πώς ο προβληματισμός που έχουν προκαλέσει οι αντίστοιχες δικές μας περιπτώσεις θα αποκτήσει σύντομα κάποιο θεσμικό αντίκρισμα, γιατί το μέλλον προδιαγράφεται ακόμη πιο δυσοίωνο.  

zitimataxis.blogspot.co.uk

Το πλήρες κείμενο της έκθεσης μπορείτε να το διαβάσετε εδώ.

Παρασκευή 26 Φεβρουαρίου 2016

"Κάτι σαν το στρατό"

Πολύ συχνά σε δημόσιες, επίσημες και ανεπίσημες συζητήσεις ή δηλώσεις συναντά κανείς την επίκληση στη στρατιωτική φύση της οργάνωσης και της ιεραρχίας της αστυνομίας. Μάλιστα ανάλογα με την περίσταση και τη θέση του σχολιαστή, αυτή η επίκληση είναι είτε μέσο επίθεσης, για να δικαιολογηθούν κάποιες καταστάσεις και συμπεριφορές, είτε μέσο άμυνας, ως εξήγηση για την αδυναμία να αλλάξουν καταστάσεις και αντιλήψεις στην αστυνομία. Αυτή η προσέγγιση αναπόφευκτα χρωματίζει κάθε λόγο περί αστυνομίας, έστω και καλών προθέσεων, όπως για παράδειγμα η έκφραση την οποία συνάντησα πρόσφατα, πως ο αστυνομικός είναι «στρατιώτης του καθήκοντος». Αυτά είναι προφανώς μια πραγματικότητα στο εσωτερικό της αστυνομίας, η οποία επηρεάζει καθοριστικά τον τρόπο με τον οποίο οι αστυνομικοί βιώνουν και αντιλαμβάνονται την υπηρεσιακή τους θέση και την κοινωνική τους αποστολή.

Η πραγματικότητα αυτή έχει όμως ρίζες και στον τρόπο με τον οποίο η υπόλοιπη κοινωνία, εμείς «οι απέξω» δηλαδή, αντιλαμβανόμαστε το ρόλο της αστυνομίας, ιδίως στον υποκριτικό πολλές φορές τρόπο, με τον οποίο αποφεύγουμε ή αρνούμαστε να ανοίξουμε μια συζήτηση, ως πολίτες, για τη θέση και την αποστολή της αστυνομίας. Υπάρχει ασφαλώς μια μεγάλη μερίδα συμπολιτών μας, οι οποίοι, επιθυμώντας να «αισθάνονται ασφαλείς» είναι αυτοί που ενθουσιάζονται με την ιδέα της αστυνομίας ως πολεμικής μηχανής και είναι οι ίδιοι που, με τη γενναιόδωρη βοήθεια των ΜΜΕ, συνήθως αγανακτούν με τις «αποτυχίες» της αστυνομίας. Όσοι πάλι θέλουν να σκέφτονται για αυτά  τα θέματα, διαπιστώνουν αργά ή γρήγορα πως υπάρχουν οι παγιωμένες πολιτικές στάσεις που καταπνίγουν την όποια συζήτηση: μια δεξιά, η οποία θεωρεί την αστυνομία σύμμαχο ή και ιδιοκτησία της, ανάλογα με την περίσταση, και κατά κανόνα υπερθεματίζει στη συντήρηση της παραδοσιακής κατάστασης· και μια αριστερή, η οποία εκφράζει συγκεκριμένες ευαισθησίες και αναδεικνύει υπαρκτά προβλήματα στην οργάνωση και τη δράση της αστυνομίας, αλλά συμπεριφέρεται συνήθως αμήχανα όταν η συζήτηση έρχεται στο δια ταύτα της μεταρρύθμισης στην αστυνομία.

Έτσι, αυτό που κατ’ αποτέλεσμα επικυρώνουν και οι δύο στάσεις είναι η ιδέα πως η αστυνομία είναι «κάτι σαν το στρατό». Ένας υπουργός πρόσφατης συντηρητικής κυβέρνησης είχε ούτε λίγο ούτε πολύ χαρακτηρίσει τους αστυνομικούς «πραιτωριανούς». Αλλά ακόμη και κατά τη συζήτηση του αρχικού νόμου για την Ελληνική Αστυνομία, ο τότε υπουργός Δημόσιας Τάξης μιλούσε για  αστυνομικές επιχειρήσεις παρόμοιες με εκείνες που διεξάγει ο στρατός εναντίον του εχθρού. Το κρυφτούλι των λέξεων που θέλει την αστυνομία να είναι και να μην είναι «κάτι σαν το στρατό», αποτυπώνεται ακόμη και στη νομοθεσία (η οποία προήλθε από προοδευτικές κυβερνήσεις)—η αστυνομία αποτελεί κατά το νόμο «ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα Ασφάλειας». Πέρα όμως από την κατάστρωση της «ιδιαίτερης» υπηρεσιακής κατάστασης των αστυνομικών, τι σημαίνει αυτό επί της ουσίας για την κοινωνική αποστολή της αστυνομίας;

Ιστορικά, η στρατιωτική συγκρότηση της αστυνομίας οφείλεται στην καταγωγή της από στρατιωτικά σώματα. Τέτοια ήταν στη χώρα μας η Χωροφυλακή, η οποία ήταν το κύριο και μεγαλύτερο αστυνομικό σώμα κατά το μεγαλύτερο διάστημα από τη σύσταση του ανεξάρτητου Ελληνικού κράτους. Σε άλλες Ευρωπαϊκές χώρες που διατηρούν τις χωροφυλακές τους (Gendarmeries), αλλά και στην Ελλάδα πολλές φορές είναι συνηθισμένη η επίκληση του στρατιωτικού παρελθόντος και των διαπιστευτηρίων των σωμάτων αυτών, γιατί η συμβολή τους στην εδαφική διαμόρφωση και την εμπέδωση της κυριαρχίας των κρατών αυτών θεωρείται πολύ σημαντική ιστορικά. Εντούτοις οι ανεπάρκειες του μοντέλου της χωροφυλακής ως σύγχρονης αστυνομίας έγιναν φανερές από πολύ νωρίς, στη χώρα μας από τη δεκαετία του 1910 ακόμη. Αξίζει να σημειώσουμε πως ο αγγλικός τύπος της σύγχρονης επαγγελματικής αστυνομίας, που θεωρείται συνήθως σημείο αναφοράς διεθνώς, είχε προκύψει ακριβώς από την απόρριψη ενός μοντέλου χωροφυλακής (το οποίο όμως διατηρήθηκε στην Ιρλανδία, γιατί εκεί ήταν περισσότερο δύναμη κατοχής παρά αστυνομία).

Την αίγλη του στρατού όμως ζήλεψαν και οι αρχιτέκτονες της σύγχρονης αστυνομίας σε άλλες χώρες που δεν είχαν παράδοση χωροφυλακής. Έτσι στις ΗΠΑ, οι αστυνομικές ηγεσίες των αρχών του 20ου αιώνα ταύτισαν τον αστυνομικό επαγγελματισμό με τη στρατιωτική οργάνωση και πειθαρχία, γιατί αυτό θεώρησαν ότι έλυνε μια σειρά από σοβαρά προβλήματα σκοπού, οργάνωσης, λειτουργίας και ελέγχου της αστυνομίας που αντιμετώπιζαν τότε. Έτσι έγινε και για πρώτη φορά λόγος για τον «πόλεμο κατά του εγκλήματος». Αυτό το μοντέλο ακολουθήθηκε με θρησκευτική προσήλωση για το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα. Η αναφορά αυτή έχει σημασία λόγω των εκτεταμένων προγραμμάτων εκπαίδευσης και εξοπλισμού της αστυνομίας άλλων χωρών που διοργάνωσαν οι ΗΠΑ μεταπολεμικά, αλλά και της επιρροής που άσκησαν και ασκούν στη διαμόρφωση του διεθνούς πλαισίου σε σχέση με το περιεχόμενο της αντεγκληματικής πολιτικής (στη χώρα μας, ως συνήθως, δεν ξέρουμε και πάρα πολλά για την έκταση και το βάθος αυτής της επιρροής). Έτσι αυτό το μοντέλο διαδόθηκε διεθνώς, και βεβαίως έχει και όψεις, οι οποίες εξυπηρετούν άριστα τα οικονομικά συμφέροντα της αμερικανικής και πολυεθνικής βιομηχανίας στρατιωτικού—άρα και αστυνομικού—εξοπλισμού.



Τι θέλω να πω με όλα αυτά; Ασφαλώς υπάρχει μια ισχυρότατη δύναμη αδράνειας, η οποία συντηρεί στρατιωτικού τύπου νοοτροπίες και πραγματικότητες στο εσωτερικό της αστυνομίας. Υπάρχουν ισχυρότατα συμφέροντα, οικονομικά και πολιτικά, διεθνή και εγχώρια, τα οποία εξυπηρετούνται μια χαρούλα από τη συντήρηση αυτών των νοοτροπιών και των πραγματικοτήτων στην αστυνομία. Υπάρχουν επίσης και ισχυρές αντικειμενικές πιέσεις που συντείνουν στη διατήρηση αυτής της κατάστασης—άραγε η όξυνση του θέματος των προσφυγικών ροών δεν αποτελεί μοχλό για μια οπισθοδρόμηση της αστυνομίας σε ρόλο χωροφυλακής (με την κυριολεκτική σημασία μιας στρατιωτικής δύναμης επιτήρησης και ελέγχου των ροών αυτών); Η σύμφυρση αστυνομίας και στρατού που βλέπουμε αυτές τις μέρες δεν είναι μια προσωρινή πρακτική απάντηση σε μια επείγουσα ανάγκη, αλλά μέρος αυτής της οπισθοδρόμησης. Είναι επίσης και τεράστιο εμπόδιο, όχι μόνο στο να σκεφτούμε στα σοβαρά πολιτικές λύσεις για τα κοινωνικά προβλήματα, αλλά και στο να σκεφτούμε ουσιαστικά για την αποστολή και τις μεθόδους της αστυνομίας.

Η επίκληση της στρατιωτικής οργάνωσης και πειθαρχίας στην αστυνομία δεν πρέπει να γίνεται ελαφρά τη καρδία, από κανέναν, κι ούτε κανένας θα πρέπει να προσβλέπει και επενδύει σε αυτά τα χαρακτηριστικά. Να το πω αλλιώς: αποτελεί πραγματικά η επίκληση των στρατιωτικών αρετών μέρος του αστυνομικού επαγγελματισμού; Με άλλα λόγια, είναι ή θα μπορούσε ποτέ να είναι η δουλειά του αστυνομικού ίδια με τη δουλειά του στρατιωτικού; Υπάρχει σήμερα κανένας αστυνομικός που όταν έκανε την επαγγελματική αυτή επιλογή διάλεξε μια σταδιοδρομία στο στρατό; Μήπως οι συνθήκες που αντιμετωπίζει καθημερινά ο μέσος αστυνομικός γίνονται χειρότερες με την επίκληση και την εφαρμογή του στρατιωτικού μοντέλου; Είναι άραγε η αίσθηση του καθήκοντος που επιδεικνύει ο μέσος αστυνομικός καθημερινά προϊόν της στρατιωτικής φύσης και πειθαρχίας του οργανισμού; Ή μήπως βασίζεται σε άλλες ποιότητες και προκλήσεις της αστυνομικής εργασίας, αυτές δηλαδή τις οποίες πρέπει να καταλάβουμε και στις οποίες πρέπει να επενδύσουμε, αν θέλουμε μια καλύτερη αστυνομία;

http://zitimataxis.blogspot.co.uk